ἅρπας

ἅρπᾱς , ἅρπη
bird of prey
fem acc pl
ἅρπᾱς , ἅρπη
bird of prey
fem gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἅρπασ' — ἅρπασι , ἅρπασις fem voc sg ἅρπασε , ἅρπασος bird of prey masc voc sg ἅ̱ρπασα , ἁρπάζω snatch away aor ind act 1st sg (doric aeolic) ἅ̱ρπασο , ἁρπάζω snatch away plup ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἅ̱ρπασο , ἁρπάζω snatch away perf imperat mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τσαμουρτζής, Ευάγγελος — (Πέργαμος, Μικρά Ασία 1888 – Αθήνα 1965). Έλληνας εφευρέτης, κουρδιστής και μουσικός. Τυφλός από παιδί, το 1910 πηγαίνει στην Αθήνα για μουσικές σπουδές στο Ωδείο Aθηνών. Με την υποστήριξη του τότε διευθυντή του Ωδείου Γ. Νάζου, συνεχίζει τις… …   Dictionary of Greek

  • ωδείον — Ονομασία στην ελληνική αρχαιότητα οικοδομήματος όπου διεξάγονταν μουσικοί αγώνες και διαγωνίσματα απαγγελίας. Είχε σχήμα θεάτρου, αλλά με οροφή, για λόγους ακουστικής. Τα γνωστά αρχαία ωδεία είναι του Περικλή στην Αθήνα, το ωδείο Ηρώδου του… …   Dictionary of Greek

  • Menis Koumandareas — Μένης Κουμανταρέας Born 1931 Athens, Greece Occupation Writer Nationality Greek …   Wikipedia

  • Koumandareas — Menis Koumandareas (griechisch Μένης Κουμανταρέας; * 1931 in Athen) ist ein griechischer Schriftsteller. Inhaltsverzeichnis 1 Leben 2 Werke 3 Literatur 4 Weblinks // …   Deutsch Wikipedia

  • Menis Koumandareas — (griechisch Μένης Κουμανταρέας; * 1931 in Athen) ist ein griechischer Schriftsteller. Inhaltsverzeichnis 1 Leben 2 Werke 3 Literatur 4 …   Deutsch Wikipedia

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • κονσόλα — I Κινητό βοηθητικό έπιπλο, που στηρίζεται στον τοίχο και σε δύο πόδια με σιγμοειδή κάμψη. Την εποχή της Αναγέννησης η κ. στηριζόταν στον τοίχο ή την αναρτούσαν σε αυτόν και ήταν διακοσμημένη με διάφορα κομψοτεχνήματα. Ήταν κατασκευασμένη από ξύλο …   Dictionary of Greek

  • λοπαρπαγίδης — λοπαρπαγίδης, ὁ (Α) (κωμικό επίθετο παρασίτου και φιλοσόφου) αυτός που αρπάζει τις γεμάτες φαγητό πιατέλες. [ΕΤΥΜΟΛ. < λοπάς, άδος «πιατέλα» + ἅρπας, αγ ος + πατρωνυμική κατάλ. ίδης] …   Dictionary of Greek

  • πιάνο — Μουσικό όργανο, ο ήχος του οποίου παράγεται από το χτύπημα των μεταλλικών χορδών με μικρά σφυριά συνδεμένα με μια σειρά από πλήκτρα. Εμφανίστηκε στην ιστορία της μουσικής κατά τις αρχές του 18ου αι. ως τελευταία μεταμόρφωση του κλαβίχορδου και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.